Αρνούμαι

Απόσπασμα από το έργο Του Α. Σαμαράκη

109001«Πήρε μια μικρή τρίγωνη πέτρα, τη ζύγιασε στο δεξί του χέρι, ύστερα με πολλή προσοχή τη σφεντόνισε στα νερά…Η πέτρα βούλιαξε αμέσως χωρίς να κάνει ούτε ένα γκελ.

«Κι όμως εγώ είμαι που δεν έχανα ούτε φορά !» είπε δυνατά.

Σε κείνη την περιοχή το ποτάμι ήταν έρημο ,ψυχή δε φαινότανε, μπορούσε λοιπόν να μιλάει δυνατά.

«Κάθε πέτρα που έριχνα στο ποτάμι έκανε και τέσσερα και πέντε γκελ…άλλοτε».

Αυτή η λέξη «Άλλοτε» του έδωσε μια παράξενη συγκίνηση…

Έσκυψε και πήρε μια δεύτερη πέτρα, τη ζύγιασε και τούτη στο χέρι του…δεν την έριξε όμως στα νερά , την άφησε να πέσει στην άμμο της όχθης…Την ώρα που η πέτρα έπεσε , που ακόμα ήτανε στον αέρα, άξαφνα το δεξί του πόδι σα να ήτανε να σουτάρει μπάλα… Αστόχησε.

«Κι όμως έπαιζα καλό ποδόσφαιρο… σέντερ φόρ έπαιζα …και δεν έχανα σούτ…άλλοτε». Άναψε το τσιγάρο που από ώρα το είχε δίχως να το ανάβει, και κοίταξε την αντίπερα όχθη.

«Άλλοτε…άλλοτε, στη όχθη αντίκρυ, εκεί προς τα δεξιά, προς τη γέφυρα 4, ήτανε το σπίτι μου …το σπίτι που γεννήθηκα …το σπίτι που έζησα τα παιδικά μου χρόνια …»

Ένα ποταμόπλοιο ακούστηκε μακριά να σφυρίζει…

«Άλλοτε, στην αντικρινή όχθη …εκεί που είναι οι καπναποθήκες…στους τοίχους των αποθηκών…έγραφα κι εγώ , μαζί με μαύρη μπογιά …έγραφα σ’ αυτούς αντίκρυ τους τοίχους το σύνθημα της Αντίστασης:

Αρνούμαι!

Βέβαια όλα αυτά συνέβαιναν άλλοτε…Και τώρα…».

Και πάλι ήρθε το σφύριγμα ενός ποταμόπλοιου …Ύστερα ένα δεύτερο, οξύτερο κάπως…

«Και τώρα πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το άλλο ζήτημα !».

Κοίταξε τη γέφυρα 7 που υψωνότανε κάπου δέκα μέτρα μακριά. Κοίταξε γύρω.

«Ερημιά …Δε χρειάζονται θεατές…Πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το ζήτημα!…».

Δεν είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του που είχε κάνει όταν πήρε την απόφαση γι’αυτό το «άλλο ζήτημα». Το ήξερε πως η κίνηση στο ποτάμι ήτανε περιορισμένη ανάμεσα γέφυρα 1 και γέφυρα 4.Από κει και πέρα η κίνηση όσο πήγαινε κι έσβηνε …έσβηνε…τέλος ερχόταν η ερημιά…

Το ήξερε, το είχε υπολογίσει πως η περιοχή στη γέφυρα 7 θα ήταν έρημη …έπρεπε να είναι έρημη.

Την περασμένη βδομάδα, Τετάρτη η Πέμπτη, δεν είχε τότε πάρει την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα», είχε δει την «Πρωία» πως για όλο το μήνα η γέφυρα 7 θα ήτανε κλειστή στη κυκλοφορία , και για πεζούς και για αυτοκίνητα, «λόγω» επισκευών».

Έτσι, όταν πήρε την απόφαση κείνο το απόγευμα , πριν από λίγο, να τελειώνει με αυτό το «άλλο ζήτημα», σκέφθηκε αμέσως το ποτάμι και τη γέφυρα 7 που θα ήτανε ερημιά…Γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα» ήθελε ερημιά…ερημιά!

Είχε τώρα και δέκα λεπτά που είχε φτάσει στη γέφυρα 7 και είδε πως είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του : η περιοχή ήταν έρημη ,δεν ήταν εκεί παρά μόνο το ποτάμι , το ποτάμι που κατέβαζε με δύναμη τα νερά…το ποτάμι κι αυτός που είχε πάρει την απόφαση γι’αυτό το «’άλλο» ζήτημα».

Ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου ολοένα και χαμήλωνε στο βάθος ,είχε σχεδόν αγγίξει τις καμινάδες της Χαλυβουργίας.

Πήγε προς τη γέφυρα…Μια πρόχειρη πινακίδα σε χοντρό ξύλο, ειδοποιούσε:

«Γέφυρα επισκευών-προσωρινά κλειστή δια πεζούς και τροχοφόρα».

Άναψε άλλο τσιγάρο …Ύστερα πέρασε κάτω από το τόξο της γέφυρας, πέρασε στην όχθη κάπως δεξιά …Μια δεύτερη πινακίδα, όχι και τόσο κακοφτιαγμένη σαν την πρώτη :

«Εις το σημείον τούτο βάθος υδάτων 7,10 μέτρα».

Είδε τον ήλιο νάχει κατέβει ακόμα πιο χαμηλά στον ορίζοντα…Τα νερά έπαιρναν διάφορες αποχρώσεις καθώς έπεφτε πάνω τους αυτός ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου…

Άλλοτε ,δεν θα μπορούσα ποτέ να υποψιαστώ πως θαρχότανε μια ώρα που θάπαιρνα εγώ την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα».Ναι, όμως άλλοτε δεν ήμουν σαν τώρα:δίχως μια βεβαιότητα στη ζωή…δίχως μια βεβαιότητα!

Το ποτάμι δεν ήτανε γι’ αυτόν ένα ποτάμι και τίποτα παραπάνω…ένας παιδικός του φίλος ήτανε το ποτάμι, ένας φίλος δεμένος με κείνα τα χρόνια, τα μακρινά αγαπημένα χρόνια που ήτανε παιδί!


(…) Πήγε και κάθησε στο πεζούλι της γέφυρας, έβγαλε τη ατζέντα του κι έσκισε ένα φύλλο. Πήρε το μπίκ που είχε στο τσεπάκι του σακακιού του, ένα μπίκ με μαύρο μελάνι…έκανε στο χαρτί μια τελεία…

Ύστερα άρχισε να γράφει βιαστικά σα να φοβότανε μη μετανιώσει…

Σημείωμα: Δεν πρόκειται για ατύχημα. Δε γλίστρησα στο ποτάμι… άλλωστε ξέρω καλό κολύμπι και δε θα ήτανε καθόλου εύκολο να συμβεί αυτό που συνέβη, αν δεν το είχα ακριβώς έτσι αποφασίσει και εκτελέσει…»

Αρνούμαι
Αθήνα, Ελευθερουδάκης 1961,
Αθήνα,
Καστανιώτης, 1999. Σελ. 193.

Ζητείται ελπίς

Ότανμπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγεμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σε ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Στάλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά η συζητούσανε.

ήρθε ο καφές. άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.

Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλεια εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.

Ένα ακόμα Ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.

«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλουται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.

Yστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγός εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Οι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονω. Ο πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.

Άλλος είδε κριτική για ένα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθές παρά τω κυρίω και τη κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφίας και κομψότητας η κυρία Β. Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισις η δεσποινίς Ο. Ν.»

Άναψε κι άλλο τσιγάρο. έριξε μια μάτια στις «Μικρές αγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, Χολ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εις σοβαρό κύριο δωμάτιον εις β’οροφον, ευάερον, ευήλιον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγοράν…

Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.

Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο…

Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.

Ο πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου, οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»… Το πανόραμα της ζωής!

Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερα από τον πόλεμο. Όλα είναι, τα ίδια σαν και πριν. Κι όμως είχε ελπίσει κι αυτός, όπως είχαν ελπίσει εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη γη, πως ύστερα από τον πόλεμο, ύστερα από τόσο αίμα που χύθηκε, κάτι θα άλλαζε. Πως θαρχόταν η ειρήνη, πως ο εφιάλτης του πολέμου δε θα ίσκιωνε πια τη γη μας, πως δε θα γίνονταν τώρα αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, πως…

Σουρούπωνε. Μερικά Φώτα είχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν είχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε έτσι το ημίφως.

Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικότομέα, σύγχυση…

Δεν έφταιγε η εφημερίδα που έκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Το σκεφτότανε όλα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται από μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που έχει μπει στις καρδιές.

Στον καθρέφτη, δίπλα του, είδε το πρόσωπό του. Ένα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που είχε μέσα του.

Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναι, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πως ήτανε χωρίς ελπίδα.

Μια σειρά από διαψεύσεις ελπίδων ήταν η ζωή του.Είχε ελπίσει τότε…

Είχε ελπίσει ύστερα….

Κάποτε, πριν από χρόνια είχε ελπίσει στον. Μα είχε διαψευσθεί. Τώρα δεν είχε ελπίδα σε καμιά ιδεολογία!

Ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση από τις λογής-λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω από το διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.

Κοίταζε τα τρόλεϊ που περνάγανε ολοένα στη λεωφόρο, το πλήθος… Μπροστά του, η εφημερίδα ανοιχτή. Όλα αυτά που είχε δει και πρωτύτερα: Η σκιά του καινούριου πολέμου, Η Ινδοκίνα, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»…

Τσιγάρα! Ένας πλανόδιος μπήκε.

Πηρέ ένα πακέτο.

Στις έξη σελίδες της εφημερίδας: Η ζωή. Κι αυτός, ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα.

Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, ήτανε παιδί ακόμα, είχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. ήρθε ο γιατρόςβγαίνοντας από το δωμάτιο της άρρωστης, είπε με επίσημο ύφος:

Δεν υπάρχει πλέον ελπίσω!

Έτσι κι αυτός, τώρα, είχε φτάσει στο χημείο να λέει:

– Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!

Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρείς ελπίδα. Είχε την αίσθησης πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είδε ανά σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.

Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία… Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δέ. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στοδιάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, καιπου νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι αχούν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά νάχουν.

Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: Η Ινδοκίνα, Η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές αγγελίες»…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικές…

Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς

Ύστερα πρόσθεσε το όνομα του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.

Αντώνης Σαμαράκης

Η ζωή εν τάφω

Απόσπασμα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη

«Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ’ ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. ’Ετσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ’ αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ’ εδώ χρόνον – καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. ’Ηρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα ’καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ’ άλλο.

Από δω το θέαμα θα ’ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που ’ναι πάνω – πάνω. ’Ενας απ’ αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου ’καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.

paparouna_small’Ηταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. ’Ενα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ’ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ’βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. ’Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θα ’ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ’ αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ’Ετσι λέω θα ’ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

-Καληνύχτα… καληνύχτα και να ’σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ’ αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! ’Αναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ’ αφουγκράζομαι. Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό….»

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

Γιάννης Σκαρίμπας

Όταν διεγείρονται

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ’ τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψι του μεσημεριού.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Εμείς που γεννηθήκαμε πριν το 1980

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: Περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας για παιδιά και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».

Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων, ασφαλείας, για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε autostop, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν αιχμηρέςγωνίες.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν «επικίνδυνα». Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα.

Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και «τσιλίκι» αλλά κανείς μας δεν έπαθε κήλη, εξάρθρωση ή κάτι άλλο. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα στις αλάνες και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά.

Σπάγαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». Ανοίγανε κεφάλια όταν, χωρισμένοι σε ομάδες,παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.

Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.

Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλο και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.

Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα…Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι και πράσινο σαπούνι.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo, τηλεόραση, βιντεοταινίες και υπολογιστές ή Ιnternet. Ακούγαμε μουσική από πικάπ και δισκάκια βυνιλίου και δεν είχαμε ηχείαXBass και ενισχυτέςsurroud..

Εμείς είχαμε φίλους.

Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.

Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα και πανιά. Χάσαμε χιλιάδες αυτοσχέδιες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και μερικοί έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Και δεν πάθαμε τίποτα…

sfentonaΚυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με σφεντόνες και αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου! Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας. Ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση.

Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.

Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι και όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P
Πηγαίναμε σε «πάρτι», πίναμε βερμούτ και χορεύαμε μπλούζ,.. Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα., Μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.Μπήκαμε στα πανεπιστήμια χωρίς εξαντλητικά φροντιστήρια, με μόνο εφόδιο ότι μας έδωσε το σχολείο και οι δανειστικές βιβλιοθήκες.

Δεν θα πρέπει να μάς παραξενεύει που τα σημερινά παιδιά είναι κακομαθημένα και χαζοχαρούμενα.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια!

Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί

Το παντοπωλείο του Βλάση

Το παντοπωλείο του Βλάση ! Το πιο μεγάλο από τα τρία παντοπωλεία του χωριού. Ένα άθλιο παραλληλεπίπεδο κτίσμα, σχεδόν κυβικό, που στα σπλάχνα του και τι δεν είχε! Φανταστείτε τα προϊόντα ενός σημερινού minimarket χωρίς τυποποίηση. Και ακόμα υφάσματα και παπούτσια. Είδη κιγκαλερίας και ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Όλα, στοιβαγμένα σε ράφια και πάγκους «χύδην» και άτακτα. Τα πιο βαριά, ακουμπισμένα στο πάτωμα στηριγμένα στο μεγάλο κεντρικό πάγκο.

Πάνω στον πάγκο, σε μια ελεύθερη γωνίτσα, η ζυγαριά με τα δυο μπρούτζινα τάσια. Δίπλα της, τα σταθμά του κιλού μέσα στην ξύλινη θήκη με την ειδική για καθένα από αυτά θέση. Θέση για τα δέκα γραμμάρια, για τα πενήντα, για τα εκατό κοκ. Καλογυαλισμένα. Άπιαστα σχεδόν. Βλέπεις το κιλό ότι είχε αντικαταστήσει την οκά και επειδή «έξις εστίν δευτέρα φύσις» οι απλοί άνθρωποι του χωριού δεν σκοτίζονταν και πολύ ν΄ αλλάξουν τις συνήθειες τους… Οκάδες είχαν μάθει,οκάδες και δράμια ζητούσαν από τον Βλάση. Την αντιστοιχία της τιμής, κιλού οκάς, την έκανε αυθαίρετα ο καταστηματάρχης. Είναι σίγουρο ότι στους υπολογισμούς το υψηλό ρίσκο του… “βερεσέ” έπαιζε σημαντικό ρόλο.

Τα σταθμά των υποδιαιρέσεων της οκάς ήταν μικρές μεταλλικές πλάκες, χάλκινες θαρρώ, συγκεκριμένου βάρους δραμιών. Όλα ήταν σφραγισμένα με εγχάρακτη σφραγίδα ειδικής υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου που πιστοποιούσε την ακρίβειά τους.Τα σταθμά του κιλού ήταν μικροί μπρούτζινοι κύλινδροι με μια προεξοχή στο πάνω μέρος σαν κεφαλάκι. Η εγχάρακτη σφραγίδα πιστοποιούσε τη γνησιότητά τους.Αυτά τα σταθμά χρησιμοποιούνταν στο καθημερινό λιανεμπόριο. Στο ένα τάσι της ζυγαριάς το «πέζο» και στο άλλο το πωλούμενο προϊόν. Ζάχαρη, μακαρόνια με τρύπα χύμα, καφές, κακάο ελιές… Πολλές φορές, χρέη σταθμών έκαναν κάποιατυποποιημένα προϊόντα που στην ετικέτα τους είχαν γραμμένο το βάρος τους. Μπορούσες να δεις π.χ., στο τάσι μετρητή, το πέζο της οκάς μαζί με ένα πακέτο του μισού κιλού μακαρόνια και στο άλλο τάσι ρύζι χύμα σε χάρτινη σακούλα. Αυτό βέβαια χρεωνόταν ως μιάμιση οκά ρύζι…

Η ζύγιση μεγάλων ποσοτήτων γινότανε με το καντάρι ή την πλάστιγκα. Αυτή ήταν ειδική ζυγαριά με κλίμακα πολλαπλασιαστική και σταθμά των δυο, των πέντε και δέκα κιλών. Αποτελούνταν από μια μικρή έδρα πάνω στην οποία ετοποθετείτο το προς ζύγιση προϊόν, από μια διαβαθμισμένη μεταλλική βέργα με μετακινούμενο αντίβαρο πάνω της και από μια πολύ μικρότερη έδραπου ήταν κρεμασμένη στην άκρη της διαβαθμισμένης βέργας με τέσσαρες αλυσίδες. Στη μικρότερη έδρα έμπαιναν τα σταθμά. Αυτά ήταν από σίδηρο και είχαν σχήμα εξαγωνικού πολύεδρου. Στο πάνω μέρος τους ήταν προσαρμοσμένος ένας κρίκος που διευκόλυνε τη χρήση τους. Με ανάγλυφη γραφή ήταν γραμμένο και το βάρος τους. 2 χλμ, 5 χλμ, 10 χλμ.

Τα μέρη της πλάστιγκας ήταν έτσι συνδεδεμένα μεταξύ τους ώστε η ένδειξη της διαβαθμισμένης βέργας στην οποία βρισκόταν το μετακινούμενο βαρίδι, όταν αυτή είχε παράλληλη προς το έδαφος θέση, να υποδηλώνει το 10πλάσιο του βάρους των σταθμών. Έτσι γινόταν η ζύγιση των μεγάλων ποσοτήτων και των βαρέων αντικειμένων. Εννοείται ότι η όποια μικρή κλίση της διαβαθμισμένης βέργας σήμαινε και λανθασμένη ζύγιση. Υποθέτω πάντα προς όφελος του καταστήματος…

Όλα αυτά σήμερα αποτελούν μια ευχάριστη ανάμνηση. Η τεχνολογία φρόντισε να τα αντικαταστήσει με ακριβέστατους ηλεκτρονικούς ζυγούς που θεωρητικά είναι αλάνθαστοι. Στη πράξη μας μπορεί και να μας κλέβουν πολύ περισσότερο….

Ερωτικό

Γύρω γρασίδι και σκίνα ’νθισμένα

στη μέση μια ’χτίνα φεγγαριού

που ξέφυγε απ το φως του ήλιου

ίσια στα μεταξένια σου μαλλιά να τα στολίζει.

Γύρω γρασίδι και ευωδιάς πνοή

Απ΄ το νωπό της άνοιξης το χώμα

Στη μέση μια ’χτίνα ελπίδας

ίσια στους χτύπους της καρδιάς να την παραλογίζει.

Τριγύρω άνοιξη. Φύση που ξεχειλίζει

από χυμούς κι απ’ ανεμώνες μοβ και κόκκινες.

Στη μέση εμείς ! ν’ αφουγκραζόμαστε

το ξαναγέννημά της , το ξαναγέννημά μας!.

Μπουμπούκι εσύ αγριοτριανταφυλλιάς

που είν’ έτοιμο ν΄ ανοίξει και να στολίσει

με ροδοπέταλα τις ρεματιές του ονείρου…

Κέδρος εγώ να περιμένει τ’ αγκάλιασμα σου,

με το κορμί σου να δεθεί κι απ΄ τ΄ άρωμα σου να μεθύσει…..

[Audio=http://www.fileden.com/files/2007/5/22/1102709/MUSIC/limani.mp3]

Νοσταλγία

wtermill_kathimeriniΑφήνω το βλέμμα να φεύγει απ΄ το μισόκλειστο παράθυρο της φυλακής που λέγεται “ΓΡΑΦΕΙΟ” στα φουρτουνιασμένα πέλαγα της πόλης των ανθρώπων.

Θαμπώνει στο μισοσβησμένο απ΄ την «ανάσα» της πόλης τοπίο. Δακρύζει στη θέα των, χωρίς ταυτότητα, πολυώροφων κτιρίων με τα κλειστά παράθυρα και τ’ αναμμένα φώτα που αντικατέστησαν τα δέντρα…

Μουντά, στο βάθος, ακούγονται τα γρυλίσματα των θεριών με τις τέσσαρες ρόδες,  που ασταμάτητα κυλούν στη λεωφόρο, πάνω κάτω ξερνώντας θάνατο…. Προσπαθούν θαρρείς να καταστρέψουν ότι απόμεινε απ΄ τη ζωή προκαλώντας θρόμβους στο αίμα που, μαύρο κι άρρωστο από τα ξερατά των μηχανών εσωτερικής καύσης, αγωνίζεται να τροφοδοτήσει τις μισοπεθαμένες αρτηρίες… Κεραίες που ακτινοβολούν τεχνολογία και ανέσεις αλλά που καταστρέφουν και εκφυλίζουν υπάρξεις, παντού γύρω. Συστήματα κλιματισμού που δροσίζουν τον αέρα για το ζέσταμα του οποίου και τα ίδια έχουν πολύ μεγάλη ευθύνη.

Αφήνω το βλέμμα να πλανιέται στη σκέψη του παράδεισου των ξωμάχων της υπαίθρου, κι οσφραίνομαι τη μυρουδιά του θυμαριού και τ΄ ανθισμένου σπάρτου, αναπολώντας χρόνια που πέρασαν στην αγκαλιά της φύσης.

Αφήνω το νου να κολυμπήσει στα γάργαρα νερά του ποταμού που δεν υπάρχουν πια. Αφήνω το νου στο χάδι της μελωδίας του νερόμυλου που γύριζε ασταμάτητα και βλέπω εικόνες που δεν θα δουν τα παιδιά μας… watermill_web

Αφήνω το βλέμμα να πλανιέται στ άπειρο και λυγίζω στη σκέψη της ζωής που χάνεται στο όνομα του «πολιτισμού» και των ανέσεων….

Στο διπλανό γραφείο κτυπά ένα τηλέφωνο.

Συνέρχομαι!

Κουνώ το κεφάλι μου πέρα δώθε μια δυο φορές και ξαναπιάνω το πληκτρολόγιο…

Το γραφείο μου ο «παράδεισός»  μου και το «κλουβί» μου σπίτι μου.

Ας είναι!

Δεν κλαίω. Εγώ μπορώ με τη σκέψη μου να κάνω ταξίδια. Μπορώ να πηγαίνω σε μέρη μαγικά που περπάτησα κι έζησα. Μπορώ ν΄ακούω τη λαλιά των αηδονιών και το κελάρυσμα των ρυακιών.

Εγώ μπορώ να θυμάμαι….

Οι φωτο των νερόμυλων είναι δaνεισμένες από το διαδίκτυο

Λίμνη Πλαστήρα

Χιονισμένα Χριστούγεννα στην πανέμορφη λίμνη Πλαστήρα

img~3

img~4

img~5

Τρεις ενδεικτικές φωτογραφίες από το πανέμορφο (μαγευτικό καλύτερα) τοπίο της λίμνης Πλαστήρα. Στα γραφικά ταβερνάκια της περιοχής μπορείς, καθισμένος γύρω από το τζάκι, να γευτείς από πέστροφα στα κάρβουνα μέχρι ζαρκάδι. Η ποιότητα είναι εξαιρετική και οι τιμές λογικότατες.

Περισσοτερα εδω