Απόσπασμα από το έργο Του Α. Σαμαράκη
«Πήρε μια μικρή τρίγωνη πέτρα, τη ζύγιασε στο δεξί του χέρι, ύστερα με πολλή προσοχή τη σφεντόνισε στα νερά…Η πέτρα βούλιαξε αμέσως χωρίς να κάνει ούτε ένα γκελ.
«Κι όμως εγώ είμαι που δεν έχανα ούτε φορά !» είπε δυνατά.
Σε κείνη την περιοχή το ποτάμι ήταν έρημο ,ψυχή δε φαινότανε, μπορούσε λοιπόν να μιλάει δυνατά.
«Κάθε πέτρα που έριχνα στο ποτάμι έκανε και τέσσερα και πέντε γκελ…άλλοτε».
Αυτή η λέξη «Άλλοτε» του έδωσε μια παράξενη συγκίνηση…
Έσκυψε και πήρε μια δεύτερη πέτρα, τη ζύγιασε και τούτη στο χέρι του…δεν την έριξε όμως στα νερά , την άφησε να πέσει στην άμμο της όχθης…Την ώρα που η πέτρα έπεσε , που ακόμα ήτανε στον αέρα, άξαφνα το δεξί του πόδι σα να ήτανε να σουτάρει μπάλα… Αστόχησε.
«Κι όμως έπαιζα καλό ποδόσφαιρο… σέντερ φόρ έπαιζα …και δεν έχανα σούτ…άλλοτε». Άναψε το τσιγάρο που από ώρα το είχε δίχως να το ανάβει, και κοίταξε την αντίπερα όχθη.
«Άλλοτε…άλλοτε, στη όχθη αντίκρυ, εκεί προς τα δεξιά, προς τη γέφυρα 4, ήτανε το σπίτι μου …το σπίτι που γεννήθηκα …το σπίτι που έζησα τα παιδικά μου χρόνια …»
Ένα ποταμόπλοιο ακούστηκε μακριά να σφυρίζει…
«Άλλοτε, στην αντικρινή όχθη …εκεί που είναι οι καπναποθήκες…στους τοίχους των αποθηκών…έγραφα κι εγώ , μαζί με μαύρη μπογιά …έγραφα σ’ αυτούς αντίκρυ τους τοίχους το σύνθημα της Αντίστασης:
Αρνούμαι!
Βέβαια όλα αυτά συνέβαιναν άλλοτε…Και τώρα…».
Και πάλι ήρθε το σφύριγμα ενός ποταμόπλοιου …Ύστερα ένα δεύτερο, οξύτερο κάπως…
«Και τώρα πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το άλλο ζήτημα !».
Κοίταξε τη γέφυρα 7 που υψωνότανε κάπου δέκα μέτρα μακριά. Κοίταξε γύρω.
«Ερημιά …Δε χρειάζονται θεατές…Πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το ζήτημα!…».
Δεν είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του που είχε κάνει όταν πήρε την απόφαση γι’αυτό το «άλλο ζήτημα». Το ήξερε πως η κίνηση στο ποτάμι ήτανε περιορισμένη ανάμεσα γέφυρα 1 και γέφυρα 4.Από κει και πέρα η κίνηση όσο πήγαινε κι έσβηνε …έσβηνε…τέλος ερχόταν η ερημιά…
Το ήξερε, το είχε υπολογίσει πως η περιοχή στη γέφυρα 7 θα ήταν έρημη …έπρεπε να είναι έρημη.
Την περασμένη βδομάδα, Τετάρτη η Πέμπτη, δεν είχε τότε πάρει την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα», είχε δει την «Πρωία» πως για όλο το μήνα η γέφυρα 7 θα ήτανε κλειστή στη κυκλοφορία , και για πεζούς και για αυτοκίνητα, «λόγω» επισκευών».
Έτσι, όταν πήρε την απόφαση κείνο το απόγευμα , πριν από λίγο, να τελειώνει με αυτό το «άλλο ζήτημα», σκέφθηκε αμέσως το ποτάμι και τη γέφυρα 7 που θα ήτανε ερημιά…Γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα» ήθελε ερημιά…ερημιά!
Είχε τώρα και δέκα λεπτά που είχε φτάσει στη γέφυρα 7 και είδε πως είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του : η περιοχή ήταν έρημη ,δεν ήταν εκεί παρά μόνο το ποτάμι , το ποτάμι που κατέβαζε με δύναμη τα νερά…το ποτάμι κι αυτός που είχε πάρει την απόφαση γι’αυτό το «’άλλο» ζήτημα».
Ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου ολοένα και χαμήλωνε στο βάθος ,είχε σχεδόν αγγίξει τις καμινάδες της Χαλυβουργίας.
Πήγε προς τη γέφυρα…Μια πρόχειρη πινακίδα σε χοντρό ξύλο, ειδοποιούσε:
«Γέφυρα επισκευών-προσωρινά κλειστή δια πεζούς και τροχοφόρα».
Άναψε άλλο τσιγάρο …Ύστερα πέρασε κάτω από το τόξο της γέφυρας, πέρασε στην όχθη κάπως δεξιά …Μια δεύτερη πινακίδα, όχι και τόσο κακοφτιαγμένη σαν την πρώτη :
«Εις το σημείον τούτο βάθος υδάτων 7,10 μέτρα».
Είδε τον ήλιο νάχει κατέβει ακόμα πιο χαμηλά στον ορίζοντα…Τα νερά έπαιρναν διάφορες αποχρώσεις καθώς έπεφτε πάνω τους αυτός ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου…
Άλλοτε ,δεν θα μπορούσα ποτέ να υποψιαστώ πως θαρχότανε μια ώρα που θάπαιρνα εγώ την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα».Ναι, όμως άλλοτε δεν ήμουν σαν τώρα:δίχως μια βεβαιότητα στη ζωή…δίχως μια βεβαιότητα!
Το ποτάμι δεν ήτανε γι’ αυτόν ένα ποτάμι και τίποτα παραπάνω…ένας παιδικός του φίλος ήτανε το ποτάμι, ένας φίλος δεμένος με κείνα τα χρόνια, τα μακρινά αγαπημένα χρόνια που ήτανε παιδί!
(…) Πήγε και κάθησε στο πεζούλι της γέφυρας, έβγαλε τη ατζέντα του κι έσκισε ένα φύλλο. Πήρε το μπίκ που είχε στο τσεπάκι του σακακιού του, ένα μπίκ με μαύρο μελάνι…έκανε στο χαρτί μια τελεία…
Ύστερα άρχισε να γράφει βιαστικά σα να φοβότανε μη μετανιώσει…
Σημείωμα: Δεν πρόκειται για ατύχημα. Δε γλίστρησα στο ποτάμι… άλλωστε ξέρω καλό κολύμπι και δε θα ήτανε καθόλου εύκολο να συμβεί αυτό που συνέβη, αν δεν το είχα ακριβώς έτσι αποφασίσει και εκτελέσει…»
’Ηταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. ’Ενα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ’ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.
Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με σφεντόνες και αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου! Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας. Ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!Πώς τα καταφέραμε;
Αφήνω το βλέμμα να φεύγει απ΄ το μισόκλειστο παράθυρο της φυλακής που λέγεται “ΓΡΑΦΕΙΟ” στα φουρτουνιασμένα πέλαγα της πόλης των ανθρώπων.


