Καλό καλοκαίρι

08/07/2008 mr e. 1 Σχολιο

Καλές διακοπές

DSC007711

Blogo-παιχνιδο

Δέχτηκα την ανοιχτή πρόσκληση της φίλης Δηιάνειρας και μπαίνω στο παιχνίδι.
Μου αρέσει αυτό το παιχνίδι. Έχει κάτι το … ψυχαναλυτικό. Απαντώ με ευχαρίστηση και με τη σειρά μου καλώ και σένα φίλε επισκέπτη να λάβεις μέρος

-Γιατί κλαις;
Γιατί έχω συναισθήματα.

-Γιατί δεν κλαις;
Γιατί είμαι χαρούμενος

-Πού είναι ο βάλτος;
Στην απαξία των ιδεών.

-Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Η ματαιοδοξία μας. Στις χίμαιρες του μυαλού μας.

-Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στη σκέψη των ανικανοποίητων πόθων.
Περιφρονείς κάτι;
Την υποκρισία. Την ψευτιά. Την «λαμογια»

-Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Δεν υπάρχει ζωή χωρίς έρωτα

-Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
α)Γιατί ικανοποιούν (?την ματαιοδοξία των ανθρώπων.

β) Γιατί φωτογραφίζουν την ψυχή μας.

-Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Δεν αλλάζει τίποτα. Η τέχνη έτσι κι αλλιώς είναι υποκειμενική.

-Do you remember revolution?
Ναι της εφηβείας μου

-Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Αν το επέβαλε και ο… ωροσκόπος μου…..

-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ’ τον πάγο;
Ο παππούς θα έβρισκε τρόπο να με συμβουλέψει πώς να σπάσω το τζάμι.

-Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Τι θα κέρδιζα? Το καρτέρι θέλει μάτια ανοικτά!

-Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ’ το νόμο;
Προφανώς λείπουν λέξεις στην ερώτηση….

-Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Ποιος συλλαμβάνει ποιον στην οδό Αχαρνών ? Γιατί να διασχίσω μια μεγάλη λεωφόρο αν δεν υπάρχει λόγος? Αν υπάρχει λόγος τότε ναι. Δεν θα εξέταζα το ενδεχόμενο. Απλά θα την διέσχιζα…

-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλαίρ;
Ποιος πληρώνει τόσο ακριβά ?

-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ’ αστέρια;
Τ’ αστέρια τα κρύβουμε στο μυαλό μας. Εκεί, ξένε, δεν μπορείς να δεις…

-Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Τι αξίζειπιο πολύ από σένα ώστε να σε κάνει θλιμμένο ?

Γαλάζιο και πράσινο

Γαλάζιο και πράσινο παντού,
τα πρώτα χαμόγελα της παπαρούνας
στολιζουν το νωπό ακόμα χώμα…
Γαλάζιο και πράσινο παντού…

Άνοιξη..

Γαλάζιος και πράσινος ο φωτοστέφανος
του προσώπου σου,
λουλούδι τσιτόνιας το χαμογελό σου
Γαλάζιο και πράσινο…

Αγάπη

Άνοιξη της καρδιάς η αγάπη σου
παιχνίδισμα του δροσερού ακόμα ήλιου
στο γρασίδι της ψυχής…
Γαλάζιο και πράσινο

Αγάπη και Άνοιξη

Μια φυγή…

DSC03230Ήταν μια φυγή. Μια απόδραση από την πολύβουη Αθήνα στην κοντινή επαρχία. Δυο ώρες δρόμο με αυτοκίνητο. Μια βόλτα στην ορεινή Κορινθία από όπου και η καταγωγή μου. Αφήσαμε τον αυτοκινητόδρομο στο Κιάτο και πήραμε τον Νομαρχιακό δρόμο προς Στυμφαλία. Εικοσιοκτώ – τριάντα χιλιόμετρα μετά, φθάνεις στο χωριό Κεφαλάρι. Ο δρόμος με άριστη ασφαλτόστρωση για επαρχιακό δρόμο σε ανεβάζει στο 800 και μέτρα υψόμετρο χωρίς καμιά δυσκολία. Το τοπίο, καθώς ετοιμάζεται να ενδυθεί την ανοιξιάτικη φορεσιά του,μαγευτικά όμορφο. Ανθισμένες αμυγδαλιές και αγριοαπιδιές διάσπαρτες στους καλοστοιχισμένους αμπελώνες δίνουν το τόνο. Οι πρώτες χρωματιστές μαργαριτούλες, κίτρινες άσπρες και μωβ, πινελιές σ΄ ένα πίνακα που μόλις έχει αρχίσει να δημιουργείται…Η άνοιξη φθάνει. Είναι εδώ!

Έχουμε ήδη ανέβει πολύ ψηλά, Στο βάθος, χιονισμένη ακόμα, μεγαλόπρεπη ξεπροβάλει η Ζήρεια. Λίγο ακόμα και φθάσαμε. Το Κεφαλάρι είναι κτισμένο στους πρόποδες αυτού του πανέμορφου βουνού. Δέκα λεπτά αργότερα είμαστε ήδη σταματημένοι στην Ταβέρνα «Ο Μάγκας» που μόνιμα καλωσορίζει τους επισκέπτες του Κεφαλαριού. Πίνουμε τον καφέ μας και πιάνουμε κουβέντα με τον «Μάγκα» που, χρόνια πριν γυρίζοντας από την ξενιτιά και θέλοντας να ζήσει στο χωριό του, «άνοιξε» αυτό το «μαγαζί»… Φιλοσοφίες και κουβεντολόι επί παντός επιστητού. Για την παγκοσμιοποίηση, για πολιτική, για την οικονομία για τον πολιτισμό. Για τον χειμώνα και τα χιόνια, τις «δουλειές»και τις «αναδουλειές» …

Οι γαργαλιστικές μυρουδιές από το υπέροχο σπιτικό φαγητό, που πάντα γεύεται ο επισκέπτης σ΄ αυτό το καλό μαγαζί, άρχισαν παιχνίδι με τα ρουθούνια και το στομάχι μας.Αποσώσαμε το καφεδάκι μας δώσαμε ραντεβού για φαγητό κατά τις δύο και ανηφορίσαμε το τελευταίο χιλιόμετρο που χωρίζει τον «Μάγκα» από την πλατεία του χωριού. Ο γερο-πλάτανος, που κουβαλά στην πλάτη του πάνω από διακοσια χρόνια ιστορίας, μας καλωσορίζει. Αυτός ο πλάτανος έφτιαξε «τεμπέληδες με το τσουβάλι» έλεγαν οι πιο παλιοί, θέλοντας έτσι να τονίσουντην παχιά καλοκαιρινή σκιά του.Γάμοι, πανηγύρια και γιορτές που κρατούσαν μέρες, όλα γίνονταν εδώ. Κάτω από τον πλάτανο. Δίπλα η παλιά βασιλική του Αι Δημήτρηπολιούχου του χωριού και απέναντι ο ξενώνας «Αρχοντικό».Και τα δύο κτήρια αναπαλαιωμένα αναδεικνύουν κατά τον καλύτερο τρόπο την αριστουργηματική αρχιτεκτονική και τα δομικά υλικά μιας εποχής που ακόμα συγκινεί με την αισθητική και το μεγαλείο της… DSC03241

Περπατήσαμε τον περιφερειακό δρόμο κάνοντας το γύρο του χωριού τραβήξαμε φωτογραφίες κα αναπολέσαμε τις εποχές που μικρά παιδιά ξεσηκώναμε τον κόσμο με τις φωνές και το παιχνίδι μας.Πόσα παιδιά αλήθεια.! Περισσότερα από 150 στο τριθέσιο Δημοτικό σχολείοπου, σήμερα, αφού για πολλά χρόνια γνώρισε την εγκατάλειψηπου έφερε η εσωτερική μετανάστευση, αναστηλώνεται για να γίνει πολιτιστικό κέντρο… Υπέροχο κτήριο από πελεκητή πέτρα. Κτίστηκε επί εποχής Πάγκαλου και εκατό τόσα χρόνια μετά στέκει ακόμα εκεί ολόρθο χωρίς κανένα «τραύμα» ζωτικής σημασίας στο «κουφάρι» του…

Κατεβήκαμε στον «κάμπο» και περάσαμε από τον «μεσιανό μύλο», που αναστηλώνεται με τη φιλοδοξία να ξαναζήσει τα μεγαλεία μια εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί.Τρεις νερόμυλους είχε το χωριό που έσφυζαν από ζωή. Από τους δυο δεν υπάρχουν πλέον ούτε τα χνάρια τους. Η βιομηχανική επανάσταση είχε και τις επιπτώσεις της. Χειρότερη απ’ όλες η ερημοποίηση της υπαίθρου και ο συνωστισμός του πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Ενός πληθυσμού που έκανε το λάθος να ζητήσει την κατάκτηση του μεγάλου ονείρου στις απρόσωπες πολιτείες και που σήμεραπνιγμένος από το τσιμέντο και το καυσαέριο ζητά οδό διαφυγής γυρίζοντας πίσω…

Νωρίς το βράδυ με γεμισμένες τις μπαταρίες μας από τις παραστάσεις και τις γεύσεις της υπαίθρου επιστρέψαμεκάνοντας όνειρα για μια νέα απόδραση. Αυτή τη φορά Μπορεί να πιούμε τον καφέ μας στις «Πλειάδες» στους Καλλιάνους. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Η να πάμε μέχρι τη λίμνη της Στυμφαλίας όπου ο Ηρακλής έκανε έναν από τους άθλους του.Η ν’ ανέβουμε στο «Ξενία» στην Καστανιά. Η να ξανα πάμε στο «Μάγκα»για καλό φαγητό και γνήσιο κοκκινέλι….

Καρναβάλι για παντα

image001

Valentine…

Valentine

Ερωτευτείτε για να είστε ευτυχισμένοι
Χρόνια σας πολλά

Αρνούμαι

Απόσπασμα από το έργο Του Α. Σαμαράκη

109001«Πήρε μια μικρή τρίγωνη πέτρα, τη ζύγιασε στο δεξί του χέρι, ύστερα με πολλή προσοχή τη σφεντόνισε στα νερά…Η πέτρα βούλιαξε αμέσως χωρίς να κάνει ούτε ένα γκελ.

«Κι όμως εγώ είμαι που δεν έχανα ούτε φορά !» είπε δυνατά.

Σε κείνη την περιοχή το ποτάμι ήταν έρημο ,ψυχή δε φαινότανε, μπορούσε λοιπόν να μιλάει δυνατά.

«Κάθε πέτρα που έριχνα στο ποτάμι έκανε και τέσσερα και πέντε γκελ…άλλοτε».

Αυτή η λέξη «Άλλοτε» του έδωσε μια παράξενη συγκίνηση…

Έσκυψε και πήρε μια δεύτερη πέτρα, τη ζύγιασε και τούτη στο χέρι του…δεν την έριξε όμως στα νερά , την άφησε να πέσει στην άμμο της όχθης…Την ώρα που η πέτρα έπεσε , που ακόμα ήτανε στον αέρα, άξαφνα το δεξί του πόδι σα να ήτανε να σουτάρει μπάλα… Αστόχησε.

«Κι όμως έπαιζα καλό ποδόσφαιρο… σέντερ φόρ έπαιζα …και δεν έχανα σούτ…άλλοτε». Άναψε το τσιγάρο που από ώρα το είχε δίχως να το ανάβει, και κοίταξε την αντίπερα όχθη.

«Άλλοτε…άλλοτε, στη όχθη αντίκρυ, εκεί προς τα δεξιά, προς τη γέφυρα 4, ήτανε το σπίτι μου …το σπίτι που γεννήθηκα …το σπίτι που έζησα τα παιδικά μου χρόνια …»

Ένα ποταμόπλοιο ακούστηκε μακριά να σφυρίζει…

«Άλλοτε, στην αντικρινή όχθη …εκεί που είναι οι καπναποθήκες…στους τοίχους των αποθηκών…έγραφα κι εγώ , μαζί με μαύρη μπογιά …έγραφα σ’ αυτούς αντίκρυ τους τοίχους το σύνθημα της Αντίστασης:

Αρνούμαι!

Βέβαια όλα αυτά συνέβαιναν άλλοτε…Και τώρα…».

Και πάλι ήρθε το σφύριγμα ενός ποταμόπλοιου …Ύστερα ένα δεύτερο, οξύτερο κάπως…

«Και τώρα πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το άλλο ζήτημα !».

Κοίταξε τη γέφυρα 7 που υψωνότανε κάπου δέκα μέτρα μακριά. Κοίταξε γύρω.

«Ερημιά …Δε χρειάζονται θεατές…Πρέπει να τελειώνω μ’αυτό το ζήτημα!…».

Δεν είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του που είχε κάνει όταν πήρε την απόφαση γι’αυτό το «άλλο ζήτημα». Το ήξερε πως η κίνηση στο ποτάμι ήτανε περιορισμένη ανάμεσα γέφυρα 1 και γέφυρα 4.Από κει και πέρα η κίνηση όσο πήγαινε κι έσβηνε …έσβηνε…τέλος ερχόταν η ερημιά…

Το ήξερε, το είχε υπολογίσει πως η περιοχή στη γέφυρα 7 θα ήταν έρημη …έπρεπε να είναι έρημη.

Την περασμένη βδομάδα, Τετάρτη η Πέμπτη, δεν είχε τότε πάρει την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα», είχε δει την «Πρωία» πως για όλο το μήνα η γέφυρα 7 θα ήτανε κλειστή στη κυκλοφορία , και για πεζούς και για αυτοκίνητα, «λόγω» επισκευών».

Έτσι, όταν πήρε την απόφαση κείνο το απόγευμα , πριν από λίγο, να τελειώνει με αυτό το «άλλο ζήτημα», σκέφθηκε αμέσως το ποτάμι και τη γέφυρα 7 που θα ήτανε ερημιά…Γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα» ήθελε ερημιά…ερημιά!

Είχε τώρα και δέκα λεπτά που είχε φτάσει στη γέφυρα 7 και είδε πως είχε πέσει έξω στους υπολογισμούς του : η περιοχή ήταν έρημη ,δεν ήταν εκεί παρά μόνο το ποτάμι , το ποτάμι που κατέβαζε με δύναμη τα νερά…το ποτάμι κι αυτός που είχε πάρει την απόφαση γι’αυτό το «’άλλο» ζήτημα».

Ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου ολοένα και χαμήλωνε στο βάθος ,είχε σχεδόν αγγίξει τις καμινάδες της Χαλυβουργίας.

Πήγε προς τη γέφυρα…Μια πρόχειρη πινακίδα σε χοντρό ξύλο, ειδοποιούσε:

«Γέφυρα επισκευών-προσωρινά κλειστή δια πεζούς και τροχοφόρα».

Άναψε άλλο τσιγάρο …Ύστερα πέρασε κάτω από το τόξο της γέφυρας, πέρασε στην όχθη κάπως δεξιά …Μια δεύτερη πινακίδα, όχι και τόσο κακοφτιαγμένη σαν την πρώτη :

«Εις το σημείον τούτο βάθος υδάτων 7,10 μέτρα».

Είδε τον ήλιο νάχει κατέβει ακόμα πιο χαμηλά στον ορίζοντα…Τα νερά έπαιρναν διάφορες αποχρώσεις καθώς έπεφτε πάνω τους αυτός ο απογευματινός ήλιος του Νοεμβρίου…

Άλλοτε ,δεν θα μπορούσα ποτέ να υποψιαστώ πως θαρχότανε μια ώρα που θάπαιρνα εγώ την απόφαση γι’ αυτό το «άλλο ζήτημα».Ναι, όμως άλλοτε δεν ήμουν σαν τώρα:δίχως μια βεβαιότητα στη ζωή…δίχως μια βεβαιότητα!

Το ποτάμι δεν ήτανε γι’ αυτόν ένα ποτάμι και τίποτα παραπάνω…ένας παιδικός του φίλος ήτανε το ποτάμι, ένας φίλος δεμένος με κείνα τα χρόνια, τα μακρινά αγαπημένα χρόνια που ήτανε παιδί!


(…) Πήγε και κάθησε στο πεζούλι της γέφυρας, έβγαλε τη ατζέντα του κι έσκισε ένα φύλλο. Πήρε το μπίκ που είχε στο τσεπάκι του σακακιού του, ένα μπίκ με μαύρο μελάνι…έκανε στο χαρτί μια τελεία…

Ύστερα άρχισε να γράφει βιαστικά σα να φοβότανε μη μετανιώσει…

Σημείωμα: Δεν πρόκειται για ατύχημα. Δε γλίστρησα στο ποτάμι… άλλωστε ξέρω καλό κολύμπι και δε θα ήτανε καθόλου εύκολο να συμβεί αυτό που συνέβη, αν δεν το είχα ακριβώς έτσι αποφασίσει και εκτελέσει…»

Αρνούμαι
Αθήνα, Ελευθερουδάκης 1961,
Αθήνα,
Καστανιώτης, 1999. Σελ. 193.

Ζητείται ελπίς

Ότανμπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγεμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σε ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Στάλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά η συζητούσανε.

ήρθε ο καφές. άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.

Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλεια εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.

Ένα ακόμα Ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.

«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλουται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.

Yστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγός εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Οι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονω. Ο πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.

Άλλος είδε κριτική για ένα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθές παρά τω κυρίω και τη κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφίας και κομψότητας η κυρία Β. Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισις η δεσποινίς Ο. Ν.»

Άναψε κι άλλο τσιγάρο. έριξε μια μάτια στις «Μικρές αγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, Χολ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εις σοβαρό κύριο δωμάτιον εις β’οροφον, ευάερον, ευήλιον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγοράν…

Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.

Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο…

Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.

Ο πόλεμος, η βόμβα υδρογόνου, οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»… Το πανόραμα της ζωής!

Δεν είχε αλλάξει διόλου προς το καλύτερο η ζωή μας ύστερα από τον πόλεμο. Όλα είναι, τα ίδια σαν και πριν. Κι όμως είχε ελπίσει κι αυτός, όπως είχαν ελπίσει εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη γη, πως ύστερα από τον πόλεμο, ύστερα από τόσο αίμα που χύθηκε, κάτι θα άλλαζε. Πως θαρχόταν η ειρήνη, πως ο εφιάλτης του πολέμου δε θα ίσκιωνε πια τη γη μας, πως δε θα γίνονταν τώρα αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, πως…

Σουρούπωνε. Μερικά Φώτα είχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν είχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε έτσι το ημίφως.

Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικότομέα, σύγχυση…

Δεν έφταιγε η εφημερίδα που έκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Το σκεφτότανε όλα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται από μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που έχει μπει στις καρδιές.

Στον καθρέφτη, δίπλα του, είδε το πρόσωπό του. Ένα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που είχε μέσα του.

Είχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και είχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναι, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πως ήτανε χωρίς ελπίδα.

Μια σειρά από διαψεύσεις ελπίδων ήταν η ζωή του.Είχε ελπίσει τότε…

Είχε ελπίσει ύστερα….

Κάποτε, πριν από χρόνια είχε ελπίσει στον. Μα είχε διαψευσθεί. Τώρα δεν είχε ελπίδα σε καμιά ιδεολογία!

Ζήτησε ένα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση από τις λογής-λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω από το διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.

Κοίταζε τα τρόλεϊ που περνάγανε ολοένα στη λεωφόρο, το πλήθος… Μπροστά του, η εφημερίδα ανοιχτή. Όλα αυτά που είχε δει και πρωτύτερα: Η σκιά του καινούριου πολέμου, Η Ινδοκίνα, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η «Κοσμική Κίνησις»…

Τσιγάρα! Ένας πλανόδιος μπήκε.

Πηρέ ένα πακέτο.

Στις έξη σελίδες της εφημερίδας: Η ζωή. Κι αυτός, ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα.

Θυμήθηκε, πριν από χρόνια, ήτανε παιδί ακόμα, είχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. ήρθε ο γιατρόςβγαίνοντας από το δωμάτιο της άρρωστης, είπε με επίσημο ύφος:

Δεν υπάρχει πλέον ελπίσω!

Έτσι κι αυτός, τώρα, είχε φτάσει στο χημείο να λέει:

- Δεν υπάρχει πλέον ελπίς!

Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρείς ελπίδα. Είχε την αίσθησης πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι άλλοι από το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν έχει ελπίδα!» Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να είδε ανά σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους.

Σκέφτηκε τα διηγήματα που είχε γράψει, δίνοντας έτσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Άγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία… Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δέ. Όχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στοδιάολο η ετικέτα! Αυτός ήταν ένας άνθρωπος, τίποτε άλλο. Ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Ένας άνθρωπος που είχε ελπίσει άλλοτε, και τώρα δεν έχει ελπίδα, καιπου νιώθει χρέος του να το πει αυτό. Βέβαια, άλλοι αχούν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά νάχουν.

Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: Η Ινδοκίνα, Η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές αγγελίες»…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζιπ εν καλή καταστάσει…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικές…

Έβγαλε την ατζέντα του, έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε με το μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς

Ύστερα πρόσθεσε το όνομα του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. ήθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπει οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο.

Αντώνης Σαμαράκης

Η ζωή εν τάφω

Απόσπασμα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ’ ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. ’Ετσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ’ αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ’ εδώ χρόνον – καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. ’Ηρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα ’καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ’ άλλο.

Από δω το θέαμα θα ’ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που ’ναι πάνω – πάνω. ’Ενας απ’ αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου ’καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.

paparouna_small’Ηταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. ’Ενα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ’ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ’βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. ’Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θα ’ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ’ αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ’Ετσι λέω θα ’ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

-Καληνύχτα… καληνύχτα και να ’σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ’ αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! ’Αναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ’ αφουγκράζομαι. Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό….”

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

Γιάννης Σκαρίμπας